Θυρεοειδής

ΘΥΡΕΟΕΙΔΗΣ ΑΔΕΝΑΣ

Ο θυρεοειδής αδένας ονομάστηκε έτσι γιατί το σχήμα του μοιάζει με αυτό των θυρεών (οικοσήμων) των ευγενών – αν και μοιάζει με πεταλούδα – με τους δύο λοβούς και τον ισθμό που τους ενώνει στη μέση. Πρόκειται για έναν ενδοκρινή αδένα που βρίσκεται κάτω από τον κρικοθυρεοειδικό χόνδρo, τον γνωστό σε όλους μας ως «μήλο του Αδάμ».

Ο θυρεοειδής παράγει τρείς ορμόνες: τη Θυροξίνη (Τ4), τη Τριϊωδοθυρονίνη (Τ3) και την Καλσιτονίνη (CT).

  • Για τις δύο πρώτες (Τ3, Τ4) ο θυρεοειδής χρειάζεται ιώδιο, το οποίο προσλαμβάνει από το αίμα και προέρχεται από τις τροφές. Αν η ποσότητα ιωδίου είναι ανεπαρκής, ο αδένας υπερλειτουργεί και έτσι διογκώνεται. Η διόγκωση του θυρεοειδούς ονομάζεται βρογχοκήλη.

Η ποσότητα των ορμονών που συνθέτει και εκκρίνει ο θυρεοειδής ρυθμίζεται από έναν άλλο σημαντικό ενδοκρινή αδένα, την υπόφυση, η οποία βρίσκεται στη βάση του εγκεφάλου και παράγει μια ορμόνη που ονομάζεται θυρεοτρόπος (TSH). Η ρύθμιση της λειτουργίας του θυρεοειδούς με τον έλεγχο της TSH βασίζεται σε έναν πολύπλοκο μηχανισμό, την παλίνδρομη αλληλορύθμιση (feedback), ο οποίος βασίζεται ουσιαστικά στην ανίχνευση και μετάδοση στην υπόφυση της πληροφορίας που αφορά στην συγκέντρωση των θυρεοειδικών ορμονών (Τ3,Τ4) στο αίμα του ανθρώπου: χαμηλές συγκεντρώσεις Τ3, Τ4 προκαλούν την έκκριση της TSH και αντίστροφα (feedback θετικό ή αρνητικό).

Οι ορμόνες του θυρεοειδούς είναι απαραίτητες για τον μεταβολισμό, την ωρίμανση και την ανάπτυξη όλων των κυττάρων και των ιστών. Επιταχύνουν την καρδιακή λειτουργία, την κυκλοφορία του αίματος, αυξάνουν τις μεταβολικές καύσεις, βελτιώνουν την κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα, είναι απαραίτητες για την ωρίμανση του εγκεφάλου και του σκελετού, γι’ αυτό και τα παιδιά που γεννιούνται χωρίς θυρεοειδή παρουσιάζουν πνευματική και σωματική καθυστέρηση.

  • Η τρίτη ορμόνη του θυρεοειδούς, η Καλσιτονίνη (CT), συντίθεται από διαφορετικά κύτταρα του θυρεοειδικού παρεγχύματος και για την σύνθεση της δεν χρησιμοποιείται το ιώδιο. Η δράση της δεν είναι γνωστή εξολοκλήρου: πιθανόν συμβάλλει στη ρύθμιση του ασβεστίου στο αίμα και τον οστικό σκελετό και γι΄αυτό χρησιμοποιείται στη θεραπεία της οστεοπόρωσης.

Για να διαγνωστεί μια δυσλειτουργία του θυρεοειδούς, ο ειδικός γιατρός θα πρέπει να πάρει ένα λεπτομερές ιστορικό, να γίνει μια προσεκτική κλινική εξέταση και να παραγγείλει μια σειρά ειδικών εξετάσεων. Πρόκειται για μετρήσεις των ορμονών Τ3, Τ4, TSH και των αντιθυρεοειδικών αυτό- αντισωμάτων (ΑΘΑ) στο αίμα, καθώς και απεικονιστικές εξετάσεις (υπερηχογράφημα, σπινθηρογράφημα). Ακόμα μπορεί να συμπληρωθούν με μια παρακέντηση δια λεπτής βελόνας (FNA) για βιοψία ενός θυρεοειδικού όζου.

  • Πρέπει να τονιστεί ότι μια φυσιολογική εξέταση αίματος δεν αποκλείει την θυρεοειδοπάθεια (όζος, απλή βρογχοκήλη) όπως επίσης ένα φυσιολογικό υπερηχογράφημα θυρεοειδούς δεν αποκλείει υπέρ~ ή υποθυρεοειδισμό!

Οι θυρεοειδοπάθειες είναι δύο κατηγοριών: ανατομικές και λειτουργικές. Στις ανατομικές παθήσεις  ανήκουν οι διαφόρου βαθμού διογκώσεις (Βρογχοκήλες), η τοπική διόγκωση (Όζος Θυρεοειδούς) και τα νεοπλάσματα του θυρεοειδούς (καλοήθη και κακοήθη). Στις λειτουργικές διαταραχές κατατάσσονται όλες οι διαταραχές που αφορούν περισσότερη (Υπερθυρεοειδισμός) ή λιγότερη (Υποθυρεοειδισμός) παραγωγή Θυρεοειδικών ορμονών καθώς και η αυτοανοσία, όπου ο οργανισμός με ουσίες που παράγει ο ίδιος (αντιθυρεοειδικά αυτοαντισώματα ή ΑΘΑ) στρέφεται εναντίον των δικών του θυρεοειδικών κυττάρων.

Υποθυρεοειδισμός

Είναι η συχνότερη θυρεοειδοπάθεια, 5 φορές συχνότερη στις γυναίκες από ότι στους άνδρες και ακόμη πιο συχνή σε ηλικιωμένα άτομα (4-8% συχνότητα στον γενικό πληθυσμό, που ανεβαίνει στο 10-15% μετά την ηλικία των 60). Διακρίνεται σε πρωτογενή, εάν ευθύνεται ο ίδιος ο θυρεοειδής αδένας (θυρεοειδογενής υποθυρεοειδισμός), σε δευτερογενή και τριτογενή στις περιπτώσεις που ευθύνονται η υπόφυση ή ο υποθάλαμος (άξονας υποθαλάμου-υπόφυσης-θυρεοειδούς) που δεν εκκρίνουν TSH στον θυρεοειδή για να λειτουργήσει. Η κύρια αιτία, έλλειψη ιωδίου από τις τροφές, έχει εκλείψει στις μέρες μας οπότε άλλες αιτίες όπως τα αυτοαντισώματα (αυτοάνοσες θυρεοειδίτιδες), λοιμώξεις (ιοί, βακτήρια) τραυματισμοί, περιβαλλοντικοί ρύποι, κάπνισμα, ιονίζουσα ακτινοβολία, ορμονικές διαταραχές, stress, κληρονομικότητα κ.λπ. έχουν έρθει στο προσκήνιο.

Κάποιες κατηγορίες ασθενών κινδυνεύουν περισσότερο:

α) γυναίκες άνω των 40 ετών ή έπειτα από τοκετό ( θυρεοειδίτιδα post partum),

β) άτομα με υψηλά επίπεδα χοληστερίνης στο αίμα,

γ) άτομα που πάσχουν από κατάθλιψη,

δ) άτομα που έχουν υποβληθεί σε θεραπεία υπερθυρεοειδισμού στο παρελθόν,

ε) άτομα που πάσχουν από άλλο αυτοάνοσο νόσημα (ρευματοειδής αρθρίτις, σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι, νόσος Addison, ερυθηματώδης λύκος, νόσος του Crohn κλπ),

στ) άτομα που έχουν υποστεί ακτινοθεραπεία στο κεφάλι και στο τράχηλο (ιδίως σε νεαρά ηλικία),

ζ) άτομα που λαμβάνουν κάποια φάρμακα όπως λίθιο, αμιοδαρόνη, κ.ά.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

«Κλασσικά» σημεία» και συμπτώματα είναι: κόπωση, αύξηση βάρους, ξηρότητα δέρματος, ευαισθησία στο κρύο, ωχρότητα, τριχόπτωση, εύθραυστα νύχια, βραχνή φωνή, βρογχοκήλη, μείωση αντανακλαστικών, διαταραχές συγκέντρωσης – μνήμης – σκέψης, κατάθλιψη, υπνηλία, δυσκοιλιότητα, διαταραχές έμμηνου ρήσεως, μειωμένη γονιμότητα, μυαλγίες, υπερχοληστεριναιμία, βραδυκαρδία, μυξοίδημα.

Η μέτρηση της θυρεοτρόπου ορμόνης (TSH) στο αίμα θα θέσει τη διάγνωση: πολλή αυξημένη με πολύ χαμηλές τιμές Τ3, Τ4 ακόμη και σε περιπτώσεις υποκλινικού υποθυρεοειδισμού (υψηλή TSH χωρίς τυπικά συμπτώματα) που είναι πολύ συχνή κατάσταση σε ηλικιωμένα άτομα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Βασίζεται στην υποκατάσταση των θυρεοειδικών ορμονών που λείπουν, με τη λήψη χαπιού λεβοθυροξίνης εφ’όρου ζωής. Χρειάζεται συχνή παρακολούθηση (στην αρχή ανά 3μηνο) για την σωστή εξατομίκευση της δόσης, την παρατήρηση εκδήλωσης τυχόν παρενεργειών και θα πρέπει να συνοδεύεται από μέτρηση τίτλου αυτοαντισωμάτων στο αίμα (έξαρση αυτοανοσίας) καθώς και από υπερηχογράφημα θυρεοειδούς (παρακολούθηση όζων).

Υπερθυρεοειδισμός

Η άλλη συχνή θυρεοειδοπάθεια, 5 φορές συχνότερη στις γυναίκες και στην ηλιακή ζώνη 20-40 ετών, οφείλεται και αυτή στην ύπαρξη αυτοαντισωμάτων με λειτουργία διεργετική του θυρεοειδούς, που ονομάζονται θυρεοδιεγερτικά ή TRAB (Thyrotrophin receptor antibodies). Η νόσος καλείται Graves – Basedow (Άγγλος και Γερμανός που την περιέγραψαν το 1840). Επίσης μια άλλη περίπτωση θυρεοδιεγερτικού υπερθυρεοειδισμού είναι ο υπερθυρεοειδισμός της εγκυμοσύνης, πιο ήπιος και παροδικός που οφείλεται στην θυρεοειδική διέγερση από τη χορειακή γοναδοτροπική (HCG) του πλακούντα. Άλλη αιτία είναι η αυτονομία του θυρεοειδούς, ο οποίος εξοκείλει από τον άξονα της υπόφυσης – θυρεοειδούς και από τον μηχανισμό ελέγχου της παλίνδρομης αλληλορύθμισης και υπερεκκρίνει Τ3, Τ4. Τέτοιος είναι ο μηχανισμός της τοξικής οζώδους βρογχοκήλης και του τοξικού αδενώματος. Παροδικό υπερθυρεοειδισμό έχουμε και σε μαζική καταστροφή του θυρεοειδικού παρεγχύματος και απελευθέρωση των ορμονών στο αίμα, όπως συμβαίνει στην υποξεία θυρεοειδίτιδα de Quervain. Και η υπερβολική λήψη εξωγενούς θυροξίνης ή άλλων παρομοίων ουσιών δίνει υπερθυρεοειδισμό.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Νευρικότητα, ευερεθιστότητα, αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, εφίδρωση, δυσανεξία θερμότητας, τρόμος, αυξημένη όρεξη και λήψη τροφής που συνοδεύονται όμως με απώλεια βάρους, συχνές κενώσεις, κόπωση, μυϊκή αδυναμία, δύσπνοια, αϋπνία, διαταραχές περιόδου, αμηνόρροια, ανδρική ανικανότητα, αδυναμία συγκέντρωσης, νοητικές διαταραχές. Η παρουσία βρογχοκήλης με συνύπαρξη χαρακτηριστικής οφθαλμοπάθειας (εξόφθαλμος, στραβισμός, διπλωπία, δακρύρροια, οίδημα βλεφάρων), προκνημιαίου μυξοιδήματος, οιδήματος κάτω άκρων ή πληκτροδακτυλίας είναι ταυτόσημα της νόσου Graves – Basedow.

Η διάγνωση με αιματολογικές εξετάσεις (χαμηλή TSH, υψηλές τιμές Τ3, Τ4) συμπληρώνεται με υπερηχογράφημα και σπινθηρογράφημα στην περίπτωση παρουσίας όζου (συνήθως μονήρους και θερμού).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η θεραπεία βασίζεται στην χορήγηση αντιθυρεοειδικών φαρμάκων, ραδιενεργού ιωδίου για καταστροφή του θυρεοειδικού παρεγχύματος και με επέμβαση ολικής ριζικής θυρεοειδεκτομής.

ΟΖΟΙ

Όζος ονομάζεται η τοπική διόγκωση του θυρεοειδικού παρεγχύματος μπορεί να είναι πολλοί ( μικρό – ή πολυοζώδης βρογχοκήλη) ή και μονήρεις. Δεν είναι σπάνια εκδήλωση: κάθε άτομο έχει πιθανότητα 5-10% να εμφανίσει θυρεοειδικό όζο στην ζωή του. Χρειάζονται παρακολούθηση γιατί ενώ στην πλειοψηφία του είναι μικροί και ακίνδυνοι, κάποιοι μπορεί να εξελιχθούν σε κακοήθεια. Σημαντικό στοιχείο, ιδίως στην περίπτωση μονήρους όζου, είναι η εξακρίβωση του λειτουργικού υπόβαθρου ενός όζου: εάν δηλαδή σε σπινθηρογράφημα υπερπροσλαμβάνει (θερμός) ή υποπροσλαμβάνει (ψυχρός) το ραδιοϊσότοπο.

Εργαστηριακός έλεγχος (Τ3, Τ4, TSH), απεικονιστικός έλεγχος (υπερηχογράφημα, σπινθηρογράφημα) και παρακέντηση του όζου με λεπτή βελόνα βιοψίας (FNA) συμπληρώνουν τη διερεύνησή του.

* Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονιστεί το αρνητικό αποτέλεσμα κυτταρολογικής εξέτασης με λεπτή βελόνα (FNA) δεν αποκλείει εντελώς τη παρουσία κακοήθειας (5% ΨΕΥΔΩΣ ΑΡΝΗΤΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ!)

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

α) Θεραπεία καταστολής με θυροξίνη για συρρίκνωση του όζου (εργαστηριακός και υπερηχογραφικός έλεγχος αποτελεσμάτων).

β) Θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο στην περίπτωση θερμού όζου.

γ) Ολική ριζική θυρεοειδεκτομή (30% των νεκροψιών αποκάλυψαν την ύπαρξη κακοήθειας σε σημείο διαφορετικό από αυτό συνυπάρχοντος όζου!).

ΕΠΙΒΑΡΥΝΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΙΘΑΝΗΣ ΚΑΚΟΗΘΕΙΑΣ ΜΟΝΗΡΗ ΟΖΟΥ

α) Ιστορικό ακτινοβολίας στον τράχηλο κατά την παιδική ηλικία (> 2.000 rads), ταχεία ανώδυνη ανάπτυξη και μέγεθος < 4 cm.

β) Όζος σκληρός κατά την ψηλάφηση και καθηλωμένος στους γύρω ιστούς.

γ) Βράγχος φωνής, πιεστικά φαινόμενα τραχειάς.

δ) Ψηλαφητοί τραχηλικοί λεμφαδένες (έως και 50%).

ε) Αυξημένες τιμές καλσιτονίνης, θυρεοσφαιρίνης, CEA.

στ) Ύποπτη FNA για κακοήθεια (κυτταρική ατυπία, δυσπλασία).

ζ) Ηλικία < 14 και > 65 ετών.

ΠΑΡΑΘΥΡΕΟΕΙΔΕΙΣ ΑΔΕΝΕΣ

Οι παραθυρεοειδείς αδένες είναι μικροί αδένες στην οπίσθια επιφάνεια του θυρεοειδούς αδένα ή, σπανιότερα, εντός της κάψας του. Το 80% των ανθρώπων έχει 4 αδένες, ενώ το υπόλοιπο 20% μπορεί να εμφανίσει ως και 6 παραθυρεοειδείς.

Η κύρια λειτουργία τους είναι η ρύθμιση της ομοιοστασίας του ασβεστίου στον οργανισμό, μέσω της παραθορμόνης, που προάγει την απελευθέρωση ασβεστίου από τα οστά.

ΠΑΘΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΥΡΕΟΕΙΔΩΝ ΑΔΕΝΩΝ

Κύρια διαταραχή είναι η αύξηση της παραγωγής της παραθορμόνης, που οφείλεται σε υπερπλασία, αδένωμα ή καρκίνο των παραθυρεοειδών (πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός), σε υπερπλασία λόγω χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας (δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός), ή στα πλαίσια συνδρόμων πολλαπλών ενδοκρινικών διαταραχών (Μ.Ε.Ν. – τριτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός).

Τα συμπτώματα είναι μυϊκή αδυναμία, ανορεξία, ναυτία, έμετοι, γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος, παγκρεατίτιδα, οστικοί πόνοι και αυτόματα κατάγματα, κωλικός νεφρών και νεφρολιθίαση, νευρωσικές έως ψυχωτικές διαταραχές.

Η διάγνωση γίνεται με εξέταση των επιπέδων ασβεστίου στο αίμα (αυξημένο), ακτινογραφίες όπου φαίνεται ένα αυτόματο κάταγμα οστού, υπερηχογράφημα τραχήλου, σπινθηρογράφημα τραχήλου με Τεχνήτιο (Tc 99) – sestamibi, σπινθηρογράφημα οστών, αξονική και μαγνητική τομογραφία.

 ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η θεραπεία είναι χειρουργική και συνίσταται στην αφαίρεση του αδένα ή των αδένων που πάσχουν, μέσω μιας μικρής τραχηλικής τομής 2-3 cm. Ο ασθενής εξέρχεται του νοσοκομείου την επόμενη ημέρα.

Recent Posts

Start typing and press Enter to search